Греческий словарь
с грамматикой

ανθρωποκτονία

[ɑnθrɔpɔkˈtɔˈniɑ]существительноеη · женский родC1

Значения

1
убийство человека, убийство
murder, homicide, the killing of a human being · σοβαρό έγκλημα — серьёзное преступление

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ανθρωποκτονία
вин.
την ανθρωποκτονία
род.
της ανθρωποκτονίας
зват.
ανθρωποκτονία
Мн. ч.
им.
οι ανθρωποκτονίες
вин.
τις ανθρωποκτονίες
род.
των ανθρωποκτονιών
зват.
ανθρωποκτονίες

Примеры

Κατηγορείται για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Его обвиняют в непредумышленном убийстве. · He is accused of involuntary manslaughter.
Η ανθρωποκτονία είναι σοβαρό έγκλημα.
Убийство — серьёзное преступление. · Murder is a serious crime.
Καταδικάστηκε για ανθρωποκτονίες πολλών ανθρώπων.
Он осуждён за убийство множества людей. · He was convicted of the murders of many people.