ανθεκτικότητα
[anthektiˈkotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
устойчивость, прочность, долговечность
resilience, durability, resistance · η ανθεκτικότητα του υλικού — прочность материала
2
выносливость, способность выдерживать нагрузку
endurance, ability to withstand stress · η ανθεκτικότητα του αθλητή — выносливость спортсмена
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανθεκτικότητα
вин.
την ανθεκτικότητα
род.
της ανθεκτικότητας
зват.
ανθεκτικότητα
Мн. ч.
им.
οι ανθεκτικότητες
вин.
τις ανθεκτικότητες
род.
των ανθεκτικοτήτων
зват.
ανθεκτικότητες
Примеры
Η ανθεκτικότητα του κτιρίου εξαρτάται από τα υλικά.
Прочность здания зависит от используемых материалов. · The durability of the building depends on the materials used.
Χρειαζόμαστε ανθεκτικότητα για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες.
Нам нужна устойчивость, чтобы справиться с трудностями. · We need resilience to face difficulties.
Οι ειδικοί εξέτασαν την ανθεκτικότητα του νέου υφάσματος.
Специалисты проверили прочность новой ткани. · The experts tested the durability of the new fabric.