ανηψιός
[aniˈpsios]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
двоюродный брат
cousin (male, son of parent's sibling) · ο ανηψιός μου — мой двоюродный брат
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ανηψιός
вин.
τον ανηψιό
род.
του ανηψιού
зват.
ανηψιέ
Мн. ч.
им.
οι ανηψιοί
вин.
τους ανηψιούς
род.
των ανηψιών
зват.
ανηψιοί
Примеры
Ο ανηψιός μου είναι αρχιτέκτονας.
Мой двоюродный брат — архитектор. · My cousin is an architect.
Πήγαμε στο γάμο του ανηψιού.
Мы пошли на свадьбу двоюродного брата. · We went to our cousin's wedding.
Οι ανηψιοί μας ζουν στη Θεσσαλονίκη.
Наши двоюродные братья живут в Салониках. · Our cousins live in Thessaloniki.