ανηψιά
[aˈnipça]существительноеη · женский родA1
Значения
1
двоюродная сестра
cousin (female) · η κόρη του θείου — дочь дяди
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανηψιά
вин.
την ανηψιά
род.
της ανηψιάς
зват.
ανηψιά
Мн. ч.
им.
οι ανηψιές
вин.
τις ανηψιές
род.
των ανηψιών
зват.
ανηψιές
Примеры
Η ανηψιά μου είναι πολύ έξυπνη.
Моя двоюродная сестра очень умная. · My cousin is very clever.
Πήγαμε στο πάρτι με τις ανηψιές μας.
Мы пошли на вечеринку со своими двоюродными сёстрами. · We went to the party with our cousins.
Της ανηψιάς μου αρέσουν τα βιβλία.
Моей двоюродной сестре нравятся книги. · My cousin likes books.