Греческий словарь
с грамматикой

ανεργώ

[aneˈrɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
поднимать, поднять (что-либо высоко)
to raise, to lift up (something high) · ανεργώ τα χέρια — поднимаю руки
2
восставать, восстать (против кого-либо)
to rise up, to rebel (against someone) · ανεργώ εναντίον της δυναστείας — восстаю против династии

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανεργώ
εσύ
ανεργείς
αυτός
ανεργεί
εμείς
ανεργούμε
εσείς
ανεργείτε
αυτοί
ανεργούν
Аорист
εγώ
ανήργησα
εσύ
ανήργησες
αυτός
ανήργησε
εμείς
ανηργήσαμε
εσείς
ανηργήσατε
αυτοί
ανήργησαν
Будущее
εγώ
θα ανεργήσω
εσύ
θα ανεργήσεις
αυτός
θα ανεργήσει
εμείς
θα ανεργήσουμε
εσείς
θα ανεργήσετε
αυτοί
θα ανεργήσουν

Примеры

Ανήργησε το σημαία πάνω από το κτίριο.
Он поднял флаг над зданием. · He raised the flag above the building.
Ο λαός ανεργώ εναντίον της δυναστείας.
Народ восстаёт против династии. · The people rise up against the dynasty.
Θα ανεργήσουν τα όπλα τους κατά του εχθρού.
Они поднимут свои оружия против врага. · They will raise their weapons against the enemy.