ανεπάρκεια
[aneˈparkia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
недостаточность, неадекватность
insufficiency, inadequacy · ανεπάρκεια πόρων — недостаток ресурсов
2
неспособность, неумение
inability, incompetence · ανεπάρκεια γνώσεων — недостаток знаний
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανεπάρκεια
вин.
την ανεπάρκεια
род.
της ανεπάρκειας
зват.
ανεπάρκεια
Мн. ч.
им.
οι ανεπάρκειες
вин.
τις ανεπάρκειες
род.
των ανεπαρκειών
зват.
ανεπάρκειες
Примеры
Η ανεπάρκεια πόρων είναι μεγάλο πρόβλημα.
Недостаток ресурсов — серьёзная проблема. · Lack of resources is a serious problem.
Παραπονέθηκε για την ανεπάρκεια του μισθού του.
Она пожаловалась на недостаточность своей зарплаты. · She complained about the inadequacy of her salary.
Οι ανεπάρκειες του συστήματος είναι εμφανείς.
Недостатки системы очевидны. · The shortcomings of the system are evident.