ανεμιστήρας
[anemisˈtiras]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
вентилятор
fan (electrical device) · ένας ηλεκτρικός ανεμιστήρας — электрический вентилятор
2
вентилятор (в общем смысле), тот, кто обмахивается
fan (person who cools themselves by fanning) · ο ανεμιστήρας της Ανιάρ — поклонник (в древнегреческом контексте)
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ανεμιστήρας
вин.
τον ανεμιστήρα
род.
του ανεμιστήρα
зват.
ανεμιστήρα
Мн. ч.
им.
οι ανεμιστήρες
вин.
τους ανεμιστήρες
род.
των ανεμιστήρων
зват.
ανεμιστήρες
Примеры
Ο ανεμιστήρας δουλεύει όλη τη νύχτα.
Вентилятор работает всю ночь. · The fan runs all night long.
Έχουμε τρεις ανεμιστήρες στο σπίτι.
У нас дома три вентилятора. · We have three fans in the house.
Πάρε τον ανεμιστήρα από το δωμάτιό σου.
Возьми вентилятор из своей комнаты. · Take the fan from your bedroom.
Το θόρυβο του ανεμιστήρα δεν το μπορώ.
Не выношу шум вентилятора. · I can't stand the noise of the fan.