ανεκτίμητος
[aneˈktimitos]прилагательноеB2
Значения
1
неоценимый, бесценный
invaluable, priceless · ανεκτίμητη αξία — бесценная стоимость
2
неопределённый, невычислимый
incalculable, immeasurable · ανεκτίμητες ζημιές — невычислимые убытки
Грамматика
мужской род
им.
ανεκτίμητος
вин.
ανεκτίμητο
род.
ανεκτίμητου
зват.
ανεκτίμητε
женский род
им.
ανεκτίμητη
вин.
ανεκτίμητη
род.
ανεκτίμητης
зват.
ανεκτίμητη
средний род
им.
ανεκτίμητο
вин.
ανεκτίμητο
род.
ανεκτίμητου
зват.
ανεκτίμητο
Примеры
Η συμβολή του στην επιστήμη είναι ανεκτίμητη.
Его вклад в науку неоценим. · His contribution to science is invaluable.
Αυτό το έργο τέχνης έχει ανεκτίμητη αξία για το μουσείο.
Это произведение искусства имеет бесценную стоимость для музея. · This artwork has inestimable value for the museum.
Οι ζημιές από την καταστροφή ήταν ανεκτίμητες.
Ущерб от катастрофы был невычислим. · The damage from the disaster was incalculable.
Έχει ανεκτίμητη σημασία για την κοινωνία.
Это имеет неоценимое значение для общества. · It has invaluable significance for society.