Греческий словарь
с грамматикой

ανεγείρω

[aneˈʝiro]глаголC1

Значения

1
воздвигать, строить (здание, памятник)
to erect, to build, to construct (a building, monument) · ανεγείρουν ένα νέο κτίριο — они воздвигают новое здание
2
пробуждать, возбуждать (чувства, надежды)
to rouse, to awaken, to stir up (feelings, hopes) · ανεγείρει ελπίδες στο λαό — он пробуждает надежды в народе
3
восставать, поднимать восстание
to rise up, to rebel, to insurrect · ο λαός ανεγέρθη κατά της τυραννίας — народ восстал против тирании

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανεγείρω
εσύ
ανεγείρεις
αυτός
ανεγείρει
εμείς
ανεγείρουμε
εσείς
ανεγείρετε
αυτοί
ανεγείρουν
Аорист
εγώ
ανέγειρα
εσύ
ανέγειρες
αυτός
ανέγειρε
εμείς
ανεγείραμε
εσείς
ανεγείρατε
αυτοί
ανέγειραν
Будущее
εγώ
θα ανεγείρω
εσύ
θα ανεγείρεις
αυτός
θα ανεγείρει
εμείς
θα ανεγείρουμε
εσείς
θα ανεγείρετε
αυτοί
θα ανεγείρουν

Примеры

Ανέγειραν ένα μνημείο προς τιμήν των ηρώων.
Они воздвигли памятник в честь героев. · They erected a monument in honour of the heroes.
Οι ελπίδες που ανεγείρει αυτή η ομιλία είναι πολύ μεγάλες.
Надежды, которые пробуждает эта речь, очень велики. · The hopes that this speech awakens are very great.
Ο λαός ανεγέρθη κατά της αδικίας και της καταπίεσης.
Народ восстал против несправедливости и угнетения. · The people rose up against injustice and oppression.
Θα ανεγείρουν το νέο δημαρχείο επί του αρχαίου χώρου.
Они воздвигнут новую мэрию на месте древнего поселения. · They will build the new town hall on the site of the ancient settlement.