ανδριάντας
[andriˈandas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
статуя (скульптурное изображение человека)
statue (sculptured representation of a person) · ανδριάντας του αρχαίου Ελληνα — статуя древнего грека
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ανδριάντας
вин.
τον ανδριάντα
род.
του ανδριάντα
зват.
ανδριάντα
Мн. ч.
им.
οι ανδριάντες
вин.
τους ανδριάντες
род.
των ανδριάντων
зват.
ανδριάντες
Примеры
Ο ανδριάντας του Περικλέους στάθηκε στην πλατεία.
Статуя Перикла была воздвигнута на площади. · The statue of Pericles was erected in the square.
Θαύμασα τους ανδριάντες στο αρχαιολογικό μουσείο.
Я восхищался статуями в археологическом музее. · I admired the statues in the archaeological museum.
Ο λευκός ανδριάντας από το μάρμαρο ήταν εντυπωσιακός.
Белая мраморная статуя была впечатляющей. · The white marble statue was impressive.