αναψύχω
[anaˈpsixo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1
Значения
1
освежать, охлаждать
to refresh, to cool down · το νερό αναψύχει — вода освежает
2
отдыхать, развлекаться, отвлекаться
to rest, to relax, to take a break · αναψύχω την ψυχή μου — я отдыхаю душой
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αναψύχω
εσύ
αναψύχεις
αυτός
αναψύχει
εμείς
αναψύχουμε
εσείς
αναψύχετε
αυτοί
αναψύχουν
Аорист
εγώ
ανάψυχα
εσύ
ανάψυχες
αυτός
ανάψυχε
εμείς
ανάψυχαμε
εσείς
ανάψυχατε
αυτοί
ανάψυχαν
Будущее
εγώ
θα αναψύχω
εσύ
θα αναψύχεις
αυτός
θα αναψύχει
εμείς
θα αναψύχουμε
εσείς
θα αναψύχετε
αυτοί
θα αναψύχουν
Примеры
Το κρύο νερό αναψύχει το σώμα μας το καλοκαίρι.
Холодная вода освежает наше тело летом. · Cold water refreshes our body in summer.
Θέλω να αναψυχθώ με μια καλή ταινία.
Я хочу развлечься хорошим фильмом. · I want to relax with a good film.
Οι διακοπές αναψύχουν την ψυχή του κάθε ανθρώπου.
Отпуск отвлекает и успокаивает человека. · Holidays give everyone's mind a rest.
Ανάψυχα στη θάλασσα χθες.
Вчера я отдохнул на море. · I relaxed at the sea yesterday.