αναχώρηση
[anaˈxorisi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
отправление, вылет, отъезд
departure · η αναχώρηση του αεροπλάνου — вылет самолёта
2
отклонение, уход от чего-либо
deviation, departure from · αναχώρηση από την παράδοση — отклонение от традиции
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναχώρηση
вин.
την αναχώρηση
род.
της αναχώρησης
зват.
αναχώρηση
Мн. ч.
им.
οι αναχωρήσεις
вин.
τις αναχωρήσεις
род.
των αναχωρήσεων
зват.
αναχωρήσεις
Примеры
Η αναχώρηση του τρένου είναι στις 8 το πρωί.
Поезд отправляется в 8 часов утра. · The train departs at 8 in the morning.
Κατάφερα να φτάσω πριν την αναχώρησή μας.
Я успел прибыть до нашего отъезда. · I managed to arrive before our departure.
Αναχωρήσεις και αφίξεις δείχνονται στο ταμπλό.
На табло показаны вылеты и прилёты. · Departures and arrivals are shown on the board.
Η αναχώρηση από τα παραδοσιακά σχέδια ήταν τολμηρή.
Отклонение от традиционных схем было смелым. · The departure from conventional designs was bold.