Греческий словарь
с грамматикой

αναχωρώ

[anaˈxoɾo]глаголA2

Значения

1
уезжать, отправляться, убывать
depart, leave, set off · αναχωρώ από το σπίτι — уезжаю из дома
2
прерывать отношения, порывать
break off relations, sever ties · αναχωρώ από την παρέα — порываю с компанией

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναχωρώ
εσύ
αναχωρείς
αυτός
αναχωρεί
εμείς
αναχωρούμε
εσείς
αναχωρείτε
αυτοί
αναχωρούν
Аорист
εγώ
αναχώρησα
εσύ
αναχώρησες
αυτός
αναχώρησε
εμείς
αναχωρήσαμε
εσείς
αναχωρήσατε
αυτοί
αναχώρησαν
Будущее
εγώ
θα αναχωρήσω
εσύ
θα αναχωρήσεις
αυτός
θα αναχωρήσει
εμείς
θα αναχωρήσουμε
εσείς
θα αναχωρήσετε
αυτοί
θα αναχωρήσουν

Примеры

Αναχωρούμε για την Αθήνα αύριο το πρωί.
Завтра с утра мы уезжаем в Афины. · We're leaving for Athens tomorrow morning.
Το αεροπλάνο αναχώρησε με δύο ώρες καθυστέρηση.
Самолёт вылетел с двухчасовой задержкой. · The plane departed two hours late.
Θα αναχωρήσουν από τον σταθμό στις 8 το βράδυ.
Они уедут со станции в 8 вечера. · They will leave the station at 8 p.m.