Греческий словарь
с грамматикой

αναφωνώ

[anafoˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
воскликнуть, произнести восклицание
exclaim, cry out · αναφώνησε με θυμό — воскликнул в гневе
2
провозгласить, объявить торжественно
proclaim, declare solemnly · αναφώνησαν τον νέο πρόεδρο — провозгласили нового президента

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναφωνώ
εσύ
αναφωνείς
αυτός
αναφωνεί
εμείς
αναφωνούμε
εσείς
αναφωνείτε
αυτοί
αναφωνούν
Аорист
εγώ
αναφώνησα
εσύ
αναφώνησες
αυτός
αναφώνησε
εμείς
αναφωνήσαμε
εσείς
αναφωνήσατε
αυτοί
αναφώνησαν
Будущее
εγώ
θα αναφωνήσω
εσύ
θα αναφωνήσεις
αυτός
θα αναφωνήσει
εμείς
θα αναφωνήσουμε
εσείς
θα αναφωνήσετε
αυτοί
θα αναφωνήσουν

Примеры

Αναφώνησε το όνομά του με περηφάνεια.
Он провозгласил своё имя с гордостью. · He proclaimed his name with pride.
Ο ηθοποιός αναφωνούσε τις πατριωτικές φράσεις.
Актёр торжественно произносил патриотические фразы. · The actor solemnly declared the patriotic phrases.
Θα αναφωνήσουν την απόφαση στη συνέλευση.
Они провозгласят решение на собрании. · They will proclaim the decision at the assembly.
Αναφώνησε με ανησυχία: «Κάτι δεν πάει καλά!»
Он воскликнул с тревогой: «Что-то не так!» · He exclaimed with concern: 'Something's wrong!'