Греческий словарь
с грамматикой

αναφορά

[anafoˈra]существительноеη · женский родB1

Значения

1
доклад, отчёт
report, account · η αναφορά του δασκάλου — доклад учителя
2
упоминание, ссылка
reference, mention · αναφορά στο κείμενο — ссылка в тексте
3
обращение (в официальном контексте)
petition, formal submission · αναφορά προς την αρχή — обращение к властям

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αναφορά
вин.
την αναφορά
род.
της αναφοράς
зват.
αναφορά
Мн. ч.
им.
οι αναφορές
вин.
τις αναφορές
род.
των αναφορών
зват.
αναφορές

Примеры

Ο δημοσιογράφος έκανε αναφορά στα νέα γεγονότα.
Журналист сделал доклад о новых событиях. · The journalist made a report on recent events.
Υπέβαλε αναφορά διαμαρτυρίας στην εταιρεία.
Он подал жалобу в компанию. · He filed a complaint with the company.
Η αναφορά αυτή είναι πολύ σημαντική για την έρευνα.
Это упоминание очень важно для исследования. · This reference is very important for the research.
Στις αναφορές του βιβλίου βρήκα πολλές πηγές.
В ссылках книги я нашёл много источников. · In the book's references I found many sources.