Греческий словарь
с грамматикой

αναφέρω

[anaˈfɛro]глаголB1

Значения

1
упоминать, ссылаться на
mention, refer to, cite · αναφέρω στο άρθρο — ссылаюсь на статью
2
докладывать, сообщать
report, inform, state · αναφέρω τα προβλήματα — докладываю о проблемах
3
относиться, быть отнесённым
relate to, pertain to, be attributed to · αναφέρεται στον 18ο αιώνα — относится к 18-му веку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναφέρω
εσύ
αναφέρεις
αυτός
αναφέρει
εμείς
αναφέρουμε
εσείς
αναφέρετε
αυτοί
αναφέρουν
Аорист
εγώ
ανέφερα
εσύ
ανέφερες
αυτός
ανέφερε
εμείς
αναφέραμε
εσείς
αναφέρατε
αυτοί
ανέφεραν
Будущее
εγώ
θα αναφέρω
εσύ
θα αναφέρεις
αυτός
θα αναφέρει
εμείς
θα αναφέρουμε
εσείς
θα αναφέρετε
αυτοί
θα αναφέρουν

Примеры

Ο συγγραφέας αναφέρει πολλές πηγές.
Автор ссылается на множество источников. · The author cites many sources.
Ανέφερα το πρόβλημα στον διευθυντή.
Я доложил о проблеме директору. · I reported the problem to the director.
Αυτό αναφέρεται στο τέταρτο κεφάλαιο.
Это относится к четвёртой главе. · This relates to the fourth chapter.
Δεν αναφέρουν τα ονόματα των μαρτύρων.
Они не называют имена свидетелей. · They do not mention the names of the witnesses.