Греческий словарь
с грамматикой

αναφέρομαι

[anaˈfɛrome]глаголB1

Значения

1
упоминаться, ссылаться (о чем-то)
to be mentioned, to be referred to · αναφέρεται στο κείμενο — упоминается в тексте
2
ссылаться, указывать (на что-то)
to refer to, to allude to · αναφέρεται σε παλιά γεγονότα — ссылается на старые события
3
докладывать, сообщать (начальству)
to report (to a superior) · αναφέρονται στον διευθυντή — они докладывают директору

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναφέρομαι
εσύ
αναφέρεσαι
αυτός
αναφέρεται
εμείς
αναφερόμαστε
εσείς
αναφέρεστε
αυτοί
αναφέρονται
Аорист
εγώ
αναφέρθηκα
εσύ
αναφέρθηκες
αυτός
αναφέρθηκε
εμείς
αναφέρθηκαμε
εσείς
αναφέρθηκατε
αυτοί
αναφέρθηκαν
Будущее
εγώ
θα αναφερθώ
εσύ
θα αναφερθείς
αυτός
θα αναφερθεί
εμείς
θα αναφερθούμε
εσείς
θα αναφερθείτε
αυτοί
θα αναφερθούν

Примеры

Αναφέρεται συχνά στη δημοσιογραφία αυτό το θέμα.
Эта тема часто упоминается в прессе. · This topic is frequently mentioned in the press.
Ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα κλασικό έργο.
Автор ссылается на классическое произведение. · The author refers to a classical work.
Θα αναφερθώ στον προϊστάμενό μου για το πρόβλημα.
Я доложу своему начальнику о проблеме. · I will report the problem to my supervisor.
Στην έκθεση αναφέρονται τα βασικά στοιχεία της έρευνας.
В отчёте упоминаются основные результаты исследования. · The report mentions the main findings of the research.