Греческий словарь
с грамматикой

ανατριχιάζω

[anatriçiˈazo]глаголB1

Значения

1
вызывать мурашки, пробирать (от холода, страха или эмоции)
to give (someone) goosebumps; to send shivers down one's spine · με ανατριχιάζει το κρύο — от холода у меня мурашки
2
волновать, тревожить, вызывать беспокойство
to disturb, upset, or unsettle emotionally · με ανατριχιάζει η σκέψη — эта мысль беспокоит меня

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατριχιάζω
εσύ
ανατριχιάζεις
αυτός
ανατριχιάζει
εμείς
ανατριχιάζουμε
εσείς
ανατριχιάζετε
αυτοί
ανατριχιάζουν
Аорист
εγώ
ανατρίχιασα
εσύ
ανατρίχιασες
αυτός
ανατρίχιασε
εμείς
ανατριχιάσαμε
εσείς
ανατριχιάσατε
αυτοί
ανατρίχιασαν
Будущее
εγώ
θα ανατριχιάσω
εσύ
θα ανατριχιάσεις
αυτός
θα ανατριχιάσει
εμείς
θα ανατριχιάσουμε
εσείς
θα ανατριχιάσετε
αυτοί
θα ανατριχιάσουν

Примеры

Με ανατριχιάζει όταν ακούω τη φωνή του.
Мне становится некомфортно, когда я слышу его голос. · It unsettles me when I hear his voice.
Το κρύο με ανατρίχιασε αμέσως.
От холода у меня сразу пошли мурашки. · The cold gave me instant goosebumps.
Αυτή η ταινία πάντα με ανατριχιάζει.
Этот фильм всегда пробирает меня дрожью. · This film always gives me chills.
Ανατριχιάστηκα από το περίεργο θόρυβο.
От странного звука я вздрогнул. · The strange noise made me shudder.