Греческий словарь
с грамматикой

ανατρέφω

[anˈtrefo]глаголB1

Значения

1
воспитывать, растить (ребёнка)
to bring up, to raise (a child) · ανατρέφω ένα παιδί — воспитываю ребёнка
2
кормить, содержать
to feed, to support, to maintain · ανατρέφω οικογένεια — содержу семью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατρέφω
εσύ
ανατρέφεις
αυτός
ανατρέφει
εμείς
ανατρέφουμε
εσείς
ανατρέφετε
αυτοί
ανατρέφουν
Аорист
εγώ
ανέτρεψα
εσύ
ανέτρεψες
αυτός
ανέτρεψε
εμείς
ανατρέψαμε
εσείς
ανατρέψατε
αυτοί
ανέτρεψαν
Будущее
εγώ
θα ανατρέψω
εσύ
θα ανατρέψεις
αυτός
θα ανατρέψει
εμείς
θα ανατρέψουμε
εσείς
θα ανατρέψετε
αυτοί
θα ανατρέψουν

Примеры

Η μητέρα ανατρέφει τα τρία της παιδιά μόνη της.
Мать одна воспитывает троих своих детей. · The mother is raising her three children on her own.
Ανατράφηκε στο χωριό από τους παππούδες του.
Его воспитали в деревне его дедушка и бабушка. · He was brought up in the village by his grandparents.
Πώς θα ανατρέψουν το παιδί με τόσα λίγα χρήματα;
Как они будут содержать ребёнка с такими маленькими доходами? · How will they support the child on such a small income?
Ανέτρεψε τα παιδιά του με αγάπη και υπευθυνότητα.
Он воспитал своих детей с любовью и ответственностью. · He raised his children with love and responsibility.