Греческий словарь
с грамматикой

ανατρέπω

[anatˈrɛpo]глаголB1

Значения

1
опрокидывать, переворачивать
overturn, tip over · ανατρέπω το τραπέζι — я опрокидываю стол
2
ниспровергать, свергать (режим, теорию)
overthrow, topple, overturn (a government, theory) · ανατρέπω την κυβέρνηση — я свергаю правительство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατρέπω
εσύ
ανατρέπεις
αυτός
ανατρέπει
εμείς
ανατρέπουμε
εσείς
ανατρέπετε
αυτοί
ανατρέπουν
Аорист
εγώ
ανέτρεψα
εσύ
ανέτρεψες
αυτός
ανέτρεψε
εμείς
ανατρέψαμε
εσείς
ανατρέψατε
αυτοί
ανέτρεψαν
Будущее
εγώ
θα ανατρέψω
εσύ
θα ανατρέψεις
αυτός
θα ανατρέψει
εμείς
θα ανατρέψουμε
εσείς
θα ανατρέψετε
αυτοί
θα ανατρέψουν

Примеры

Ο άνεμος ανέτρεψε το ποδήλατό του.
Ветер опрокинул его велосипед. · The wind knocked over his bicycle.
Σχεδιάζουν να ανατρέψουν το καθεστώς.
Они планируют свергнуть режим. · They plan to overthrow the regime.
Η νέα ανακάλυψη ανέτρεψε τη θεωρία.
Новое открытие опровергло теорию. · The new discovery overturned the theory.
Μην ανατρέψετε το ποτήρι νερού!
Не опрокидывайте стакан воды! · Don't tip over the glass of water!