ανατομία
[anatomiˈa]существительноеη · женский родB1
Значения
1
анатомия (наука о строении тела)
anatomy (science of body structure) · η ανατομία του ανθρώπου — анатомия человека
2
строение (тела, части тела)
structure (of body or body part) · η ανατομία του κρανίου — строение черепа
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανατομία
вин.
την ανατομία
род.
της ανατομίας
зват.
ανατομία
Мн. ч.
им.
οι ανατομίες
вин.
τις ανατομίες
род.
των ανατομιών
зват.
ανατομίες
Примеры
Η ανατομία είναι σημαντικό μάθημα στην ιατρική.
Анатомия — важный предмет в медицине. · Anatomy is an important subject in medicine.
Ο καθηγητής εξήγησε την ανατομία του ανθρώπινου σώματος.
Профессор объяснил строение человеческого тела. · The professor explained the anatomy of the human body.
Σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζονται διάφορες ανατομίες των οργάνων.
В этой книге представлены различные структуры органов. · This book presents various anatomical structures of organs.