Греческий словарь
с грамматикой

ανατιναχτώ

[anatiˈnaxtɔ]глаголB2

Значения

1
взлететь, вздыбиться (о лошади)
to rear up, to buck (of a horse) · το άλογο ανατιναχτώ — лошадь взлетает
2
вскочить, резко встать
to jump up suddenly, to spring up · ανατιναχτώ από το κάθισμα — вскочить со стула
3
вздрогнуть, резко шарахнуться
to start, to flinch back · ανατιναχτώ από φόβο — вздрогнуть от испуга

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατιναχτώ
εσύ
ανατιναχτάς
αυτός
ανατιναχτά
εμείς
ανατιναχτούμε
εσείς
ανατιναχτάτε
αυτοί
ανατιναχτούν
Аорист
εγώ
ανατινάχτηκα
εσύ
ανατινάχτηκες
αυτός
ανατινάχτηκε
εμείς
ανατιναχτήκαμε
εσείς
ανατιναχτήκατε
αυτοί
ανατινάχτηκαν
Будущее
εγώ
θα ανατιναχτώ
εσύ
θα ανατιναχτάς
αυτός
θα ανατιναχτά
εμείς
θα ανατιναχτούμε
εσείς
θα ανατιναχτάτε
αυτοί
θα ανατιναχτούν

Примеры

Το άλογο ανατινάχτηκε και πέταξε τον αναβάτη.
Лошадь вздыбилась и сбросила всадника. · The horse reared up and threw the rider.
Ανατιναχτώ από το κρεβάτι κάθε πρωί.
Я вскакиваю с кровати каждое утро. · I jump out of bed every morning.
Ανατινάχτηκε από φόβο όταν άκουσε το θόρυβο.
Он вздрогнул от страха, услышав шум. · He started in fear when he heard the noise.
Θα ανατιναχτώ αν με πιάσει.
Я вздрогну, если он меня испугает. · I'll flinch if he startles me.