Греческий словарь
с грамматикой

ανατινάσσω

[anatinˈaso]глаголB2

Значения

1
встряхивать, потряхивать (вверх или в разные стороны)
to shake, to toss, to shake up or about · ανατινάσσω τα μαλλιά — встряхиваю волосы
2
взбадривать, подбадривать (переносное значение)
to stir up, to rouse, to invigorate (figurative) · ανατινάσσω το πνεύμα — пробуждаю дух

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατινάσσω
εσύ
ανατινάσσεις
αυτός
ανατινάσσει
εμείς
ανατινάσσουμε
εσείς
ανατινάσσετε
αυτοί
ανατινάσσουν
Аорист
εγώ
ανάτινάξα
εσύ
ανάτινάξες
αυτός
ανάτινάξε
εμείς
ανατινάξαμε
εσείς
ανατινάξατε
αυτοί
ανάτιναξαν
Будущее
εγώ
θα ανατινάξω
εσύ
θα ανατινάξεις
αυτός
θα ανατινάξει
εμείς
θα ανατινάξουμε
εσείς
θα ανατινάξετε
αυτοί
θα ανατινάξουν

Примеры

Ανάτινάξε τα μαλλιά της και χαμογέλασε.
Она встряхнула волосы и улыбнулась. · She shook her hair and smiled.
Ο καθηγητής ανατινάσσει τις ιδέες των φοιτητών.
Преподаватель будоражит воображение студентов. · The professor stirs up students' ideas.
Θα ανατινάξουμε την παραδοσιακή σκέψη με νέες προτάσεις.
Мы встряхнём традиционное мышление новыми предложениями. · We will shake up traditional thinking with new proposals.
Ανατινάσσοντας τη σκόνη, άνοιξε το παράθυρο.
Встряхнув пыль, он открыл окно. · Shaking off the dust, he opened the window.