Греческий словарь
с грамматикой

ανατινάζω

[anatinˈazo]глаголB2

Значения

1
взрывать, подрывать; приводить в движение взрывом
to blow up, to detonate; to blow apart · ανατινάζω τη γέφυρα — взрываю мост
2
взлетать вверх, прыгать; вскакивать
to leap up, to jump; to jump to one's feet · ανατινάζεται από το κάθισμα — вскакивает со стула

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατινάζω
εσύ
ανατινάζεις
αυτός
ανατινάζει
εμείς
ανατινάζουμε
εσείς
ανατινάζετε
αυτοί
ανατινάζουν
Аорист
εγώ
ανατίναξα
εσύ
ανατίναξες
αυτός
ανατίναξε
εμείς
ανατινάξαμε
εσείς
ανατινάξατε
αυτοί
ανατίναξαν
Будущее
εγώ
θα ανατινάξω
εσύ
θα ανατινάξεις
αυτός
θα ανατινάξει
εμείς
θα ανατινάξουμε
εσείς
θα ανατινάξετε
αυτοί
θα ανατινάξουν

Примеры

Οι στρατιώτες ανατίναξαν τη γέφυρα χθες.
Вчера солдаты взорвали мост. · The soldiers blew up the bridge yesterday.
Ανατινάζεται από το κάθισμα και τρέχει έξω.
Он вскакивает со стула и бежит наружу. · He jumps up from his chair and runs outside.
Το παιδί ανατινάζεται όταν ακούει μουσική.
Ребёнок прыгает, когда слышит музыку. · The child bounces when he hears music.