Греческий словарь
с грамматикой

ανατίθημι

[anatˈiθimi]глаголC1

Значения

1
возлагать, поручать (официально или торжественно)
to assign, entrust, or commit (formally or solemnly) · ανατίθεται ευθύνη — возлагается ответственность
2
посвящать, дарить (в честь кого-то)
to dedicate or offer (in honour of someone) · ανατίθημι άγαλμα στη θεά — посвящаю статую богине
3
восходить, приписывать (происхождение чему-то)
to trace back or attribute (origin) · ανατίθεται στη μυθολογία — восходит к мифологии

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατίθημι
εσύ
ανατίθης
αυτός
ανατίθησι(ν)
εμείς
ανατίθεμεν
εσείς
ανατίθετε
αυτοί
ανατιθέασι(ν)
Аорист
εγώ
ανέθηκα
εσύ
ανέθηκας
αυτός
ανέθηκε
εμείς
ανέθηκαν
εσείς
ανεθήκατε
αυτοί
ανέθηκαν
Будущее
εγώ
θα ανατίθω
εσύ
θα ανατίθης
αυτός
θα ανατίθη
εμείς
θα ανατίθουμε
εσείς
θα ανατίθετε
αυτοί
θα ανατιθούν

Примеры

Η ευθύνη της διοίκησης ανατίθεται στον νέο διευθυντή.
Ответственность за администрацию возлагается на нового директора. · Administrative responsibility is assigned to the new director.
Οι αρχαίοι Έλληνες ανέθεσαν το ναό στη θεά Αθηνά.
Древние греки посвятили храм богине Афине. · The ancient Greeks dedicated the temple to the goddess Athena.
Η προέλευση του μύθου ανατίθεται σε ασιατικές πηγές.
Происхождение мифа восходит к азиатским источникам. · The origin of the myth is traced back to Asian sources.
Ανάθες μας τα καθήκοντα με σαφήνεια.
Поручи нам обязанности чётко. · Assign us the duties clearly.