Греческий словарь
с грамматикой

ανατέλλω

[anˈatɛlo]глаголB1

Значения

1
восходить, подниматься (о небесных светилах)
to rise, to appear above the horizon (of celestial bodies) · ο ήλιος ανατέλλει — солнце восходит
2
возникать, появляться, наступать
to arise, to emerge, to begin · νέα εποχή ανατέλλει — наступает новая эпоха

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανατέλλω
εσύ
ανατέλλεις
αυτός
ανατέλλει
εμείς
ανατέλλουμε
εσείς
ανατέλλετε
αυτοί
ανατέλλουν
Аорист
εγώ
ανέτειλα
εσύ
ανέτειλες
αυτός
ανέτειλε
εμείς
ανατείλαμε
εσείς
ανατείλατε
αυτοί
ανέτειλαν
Будущее
εγώ
θα ανατείλω
εσύ
θα ανατείλεις
αυτός
θα ανατείλει
εμείς
θα ανατείλουμε
εσείς
θα ανατείλετε
αυτοί
θα ανατείλουν

Примеры

Ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί στο ανατολικό ορίζοντα.
Солнце восходит каждое утро на восточном горизонте. · The sun rises every morning on the eastern horizon.
Η νέα εποχή ανατέλλει για την ανθρωπότητα.
Для человечества наступает новая эпоха. · A new era is beginning for humanity.
Το αστέρι του Διός ανέτειλε στον ουρανό χθες το βράδυ.
Вчера вечером на небе появилась звезда Юпитера. · Jupiter's star appeared in the sky yesterday evening.
Όταν ανατέλλει ο ήλιος, ξυπνούν τα πουλιά.
Когда восходит солнце, просыпаются птицы. · When the sun rises, the birds wake up.