Греческий словарь
с грамматикой

αναστατώνω

[anasˈtatɔnɔ]глаголB1

Значения

1
приводить в беспорядок, расстраивать, нарушать спокойствие
to upset, disturb, throw into disorder · αναστατώνω την οικογένεια — расстраивать семью
2
заставлять уходить, выселять, изгонять
to displace, evict, force to leave · αναστατώνω ανθρώπους από τα σπίτια τους — выселять людей из их домов

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναστατώνω
εσύ
αναστατώνεις
αυτός
αναστατώνει
εμείς
αναστατώνουμε
εσείς
αναστατώνετε
αυτοί
αναστατώνουν
Аорист
εγώ
αναστάτωσα
εσύ
αναστάτωσες
αυτός
αναστάτωσε
εμείς
αναστατώσαμε
εσείς
αναστατώσατε
αυτοί
αναστάτωσαν
Будущее
εγώ
θα αναστατώσω
εσύ
θα αναστατώσεις
αυτός
θα αναστατώσει
εμείς
θα αναστατώσουμε
εσείς
θα αναστατώσετε
αυτοί
θα αναστατώσουν

Примеры

Τα παιδιά αναστατώνουν όλο το σπίτι.
Дети переворачивают весь дом вверх дном. · The children are turning the whole house upside down.
Η είδηση αναστάτωσε την κοινότητα.
Новость расстроила всё сообщество. · The news upset the entire community.
Μην αναστατώνεις την οικογένεια με τέτοια προβλήματα.
Не расстраивай семью такими проблемами. · Don't trouble the family with such problems.
Ο πόλεμος αναστάτωσε χιλιάδες ανθρώπους.
Война вытеснила тысячи людей. · The war displaced thousands of people.