Греческий словарь
с грамматикой

αναστέλλω

[anasˈtɛlo]глаголC1

Значения

1
задерживать, отсрочивать, откладывать (действие, решение)
to postpone, defer, suspend (an action or decision) · αναστέλλω τη συζήτηση — откладываю обсуждение
2
препятствовать, сдерживать (развитие, прогресс)
to hinder, impede, hold back (progress, development) · αναστέλλω την εξέλιξη — сдерживаю развитие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναστέλλω
εσύ
αναστέλλεις
αυτός
αναστέλλει
εμείς
αναστέλλουμε
εσείς
αναστέλλετε
αυτοί
αναστέλλουν
Аорист
εγώ
ανέστειλα
εσύ
ανέστειλες
αυτός
ανέστειλε
εμείς
ανεστείλαμε
εσείς
ανεστείλατε
αυτοί
ανέστειλαν
Будущее
εγώ
θα αναστείλω
εσύ
θα αναστείλεις
αυτός
θα αναστείλει
εμείς
θα αναστείλουμε
εσείς
θα αναστείλετε
αυτοί
θα αναστείλουν

Примеры

Η κυβέρνηση ανέστειλε τα έργα για ένα χρόνο.
Правительство отложило работы на год. · The government postponed the works for a year.
Αυτές οι πολιτικές αναστέλλουν την οικονομική ανάπτυξη.
Эти политики препятствуют экономическому развитию. · These policies impede economic development.
Θα αναστείλουμε τη διαδικασία έως την Τρίτη.
Мы отложим процедуру до вторника. · We shall defer the procedure until Tuesday.