ανασκαφή
[anaskaˈfi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
археологические раскопки
archaeological excavation · ανασκαφή αρχαίου ναού — раскопки древнего храма
2
процесс раскапывания, откопка
the act of digging up, unearthing · η ανασκαφή του σκελετού — откопка скелета
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανασκαφή
вин.
την ανασκαφή
род.
της ανασκαφής
зват.
ανασκαφή
Мн. ч.
им.
οι ανασκαφές
вин.
τις ανασκαφές
род.
των ανασκαφών
зват.
ανασκαφές
Примеры
Η ανασκαφή αποκάλυψε σημαντικά ευρήματα.
Раскопки обнаружили важные находки. · The excavation uncovered important artefacts.
Οι αρχαιολόγοι ξεκίνησαν τις ανασκαφές το καλοκαίρι.
Археологи начали раскопки летом. · The archaeologists began the excavations in summer.
Κάτω από τα χώματα έκρυβαν μυστικά της αρχαιότητας.
Под землей скрывались тайны древности. · Beneath the soil lay the secrets of antiquity.