Греческий словарь
с грамматикой

ανασκάπτω

[anasˈkapto]глаголC1

Значения

1
раскапывать, производить раскопки
to excavate, to dig up · ανασκάπτουν αρχαία αντικείμενα — раскапывают древние предметы
2
вскрывать, разрушать почву раскопками
to unearth, to lay bare · ανασκάπτουν το έδαφος — вскрывают почву

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανασκάπτω
εσύ
ανασκάπτεις
αυτός
ανασκάπτει
εμείς
ανασκάπτουμε
εσείς
ανασκάπτετε
αυτοί
ανασκάπτουν
Аорист
εγώ
ανέσκαψα
εσύ
ανέσκαψες
αυτός
ανέσκαψε
εμείς
ανεσκάψαμε
εσείς
ανεσκάψατε
αυτοί
ανέσκαψαν
Будущее
εγώ
θα ανασκάψω
εσύ
θα ανασκάψεις
αυτός
θα ανασκάψει
εμείς
θα ανασκάψουμε
εσείς
θα ανασκάψετε
αυτοί
θα ανασκάψουν

Примеры

Οι αρχαιολόγοι ανασκάπτουν τις καταχώσεις του αρχαίου ναού.
Археологи проводят раскопки погребённых останков древнего храма. · Archaeologists are excavating the buried remains of the ancient temple.
Ανέσκαψαν τα θεμέλια για να βρουν ενδείξεις.
Они раскопали фундамент, чтобы найти улики. · They excavated the foundations to find evidence.
Θα ανασκάψουμε την περιοχή αυτή του αρχαιολογικού χώρου.
Мы будем раскапывать этот участок раскопок. · We will excavate this section of the archaeological site.