Греческий словарь
с грамматикой

ανασαίνω

[anasˈeno]глаголB1

Значения

1
дышать с трудом, задыхаться; отдышаться
to breathe heavily, gasp for breath; to catch one's breath · ανασαίνει μετά το τρέξιμο — дышит тяжело после бега
2
облегчиться, получить передышку
to get relief, to have a breather · ανασαίνει από τα προβλήματα — получает передышку от проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανασαίνω
εσύ
ανασαίνεις
αυτός
ανασαίνει
εμείς
ανασαίνουμε
εσείς
ανασαίνετε
αυτοί
ανασαίνουν
Аорист
εγώ
ανάσαινα
εσύ
ανάσαινες
αυτός
ανάσαινε
εμείς
ανασαίναμε
εσείς
ανασαίνατε
αυτοί
ανάσαιναν
Будущее
εγώ
θα ανασαίνω
εσύ
θα ανασαίνεις
αυτός
θα ανασαίνει
εμείς
θα ανασαίνουμε
εσείς
θα ανασαίνετε
αυτοί
θα ανασαίνουν

Примеры

Ανασαίνει βαριά μετά τον αγώνα.
После соревнования он тяжело дышит. · He's breathing heavily after the competition.
Τελικά ανάσαινε όταν κάθισε.
Наконец-то он отдышался, когда сел. · Finally he caught his breath when he sat down.
Ανασαίνοντας βαθιά, προσπαθούσε να ηρεμήσει.
Дыша глубоко, он пытался успокоиться. · Breathing deeply, he tried to calm down.
Δεν ανασαίνει ακόμα από τις δυσκολίες.
Он ещё не отдышался от трудностей. · He hasn't recovered from the difficulties yet.