αναρχικός
[anˈarçiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
анархический, относящийся к анархизму
anarchic, relating to anarchism · αναρχικές ιδέες — анархические идеи
2
хаотический, беспорядочный
chaotic, disorderly · αναρχική κατάσταση — хаотичное состояние
Грамматика
мужской род
им.
αναρχικός
вин.
αναρχικό
род.
αναρχικού
зват.
αναρχικέ
женский род
им.
αναρχική
вин.
αναρχική
род.
αναρχικής
зват.
αναρχική
средний род
им.
αναρχικό
вин.
αναρχικό
род.
αναρχικού
зват.
αναρχικό
Примеры
Αυτές οι αναρχικές απόψεις διαδόθηκαν στο δέκατο ένατο αιώνα.
Эти анархические взгляды распространились в девятнадцатом веке. · These anarchist views spread in the nineteenth century.
Η αναρχική κατάσταση στη χώρα ήταν ανεξέλεγκτη.
Хаотическое состояние в стране было неконтролируемым. · The chaotic state of the country was uncontrolled.
Ο αναρχικός κινηματός αντιτάσσεται στην κρατική εξουσία.
Анархистское движение противодействует государственной власти. · The anarchist movement opposes state authority.