Греческий словарь
с грамматикой

αναρρίχνω

[anaˈrixno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
взбираться, лазить (вверх по склону, скале и т.д.)
climb, scramble (up a slope, rock face, etc.) · αναρρίχνω ένα βουνό — взбираюсь на гору
2
карабкаться (с трудом подниматься)
clamber, scramble awkwardly · αναρρίχνομαι στο δέντρο — карабкаюсь на дерево

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναρρίχνω
εσύ
αναρρίχνεις
αυτός
αναρρίχνει
εμείς
αναρρίχνουμε
εσείς
αναρρίχνετε
αυτοί
αναρρίχνουν
Аорист
εγώ
αναρρίχθηκα
εσύ
αναρρίχθηκες
αυτός
αναρρίχθηκε
εμείς
αναρριχθήκαμε
εσείς
αναρριχθήκατε
αυτοί
αναρρίχθηκαν
Будущее
εγώ
θα αναρριχθώ
εσύ
θα αναρριχθείς
αυτός
θα αναρριχθεί
εμείς
θα αναρριχθούμε
εσείς
θα αναρριχθείτε
αυτοί
θα αναρριχθούν

Примеры

Τα παιδιά αναρρίχνονται στο δέντρο κάθε μέρα.
Дети карабкаются на дерево каждый день. · The children climb the tree every day.
Αναρριχθήκαμε το βουνό σε τρεις ώρες.
Мы взобрались на гору за три часа. · We climbed the mountain in three hours.
Θα αναρριχθούν τη νύχτα στο απόκρημνο βράχο.
Они будут взбираться по скале ночью. · They will climb the steep rock face at night.
Αναρρίχνου προσεκτικά και μην πέσεις.
Карабкайся осторожно и не падай. · Climb carefully and don't fall.