Греческий словарь
с грамматикой

αναρρίχηση

[anarˈrixisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
восхождение, подъём (на гору или скалу)
climbing, ascent (of a mountain or rock face) · αναρρίχηση στο όρος — восхождение на гору
2
скалолазание (как спорт)
rock climbing (as a sport) · αναρρίχηση ως άθλημα — скалолазание как спорт

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αναρρίχηση
вин.
την αναρρίχηση
род.
της αναρρίχησης
зват.
αναρρίχηση
Мн. ч.
им.
οι αναρριχήσεις
вин.
τις αναρριχήσεις
род.
των αναρριχήσεων
зват.
αναρριχήσεις

Примеры

Η αναρρίχηση του Ολύμπου είναι πολύ δύσκολη.
Восхождение на Олимп очень сложно. · Climbing Mount Olympus is very difficult.
Προτιμώ την αναρρίχηση από άλλα αθλήματα.
Я предпочитаю скалолазание другим видам спорта. · I prefer rock climbing to other sports.
Οι αναρριχήσεις τους διήρκεσαν πέντε ώρες.
Их восхождения длились пять часов. · Their climbs lasted five hours.
Χρειάζεται ειδικό εξοπλισμό για αναρρίχηση.
Для скалолазания нужно специальное снаряжение. · You need special equipment for climbing.