αναπόφευκτος
[anaˈpɔfevktos]прилагательноеB2
Значения
1
неизбежный, неминуемый
inevitable, unavoidable · αναπόφευκτη συνέπεια — неизбежное следствие
Грамматика
мужской род
им.
αναπόφευκτος
вин.
αναπόφευκτο
род.
αναπόφευκτου
зват.
αναπόφευκτε
женский род
им.
αναπόφευκτη
вин.
αναπόφευκτη
род.
αναπόφευκτης
зват.
αναπόφευκτη
средний род
им.
αναπόφευκτο
вин.
αναπόφευκτο
род.
αναπόφευκτου
зват.
αναπόφευκτο
Примеры
Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος για όλους.
Смерть неизбежна для каждого. · Death is inevitable for everyone.
Η αναπόφευκτη αποτυχία του πρότζεκτ ήταν προβλέψιμη.
Неминуемый провал проекта был предсказуем. · The project's inevitable failure was foreseeable.
Αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσουμε δυσκολίες.
Неизбежно мы столкнёмся с трудностями. · We will inevitably face difficulties.