Греческий словарь
с грамматикой

αναπτύσσω

[anaptˈiso]глаголB1

Значения

1
развивать, раскрывать
to develop, to unfold · ανάπτυξη δεξιοτήτων — развитие навыков
2
расширять, увеличивать
to expand, to enlarge · αναπτύσσει το εμπόριο — расширяет торговлю
3
излагать, выдвигать (идею, аргумент)
to set forth, to present (an idea, argument) · ανάπτυξη θέσης — изложение позиции

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναπτύσσω
εσύ
αναπτύσσεις
αυτός
αναπτύσσει
εμείς
αναπτύσσουμε
εσείς
αναπτύσσετε
αυτοί
αναπτύσσουν
Аорист
εγώ
ανάπτυξα
εσύ
ανάπτυξες
αυτός
ανάπτυξε
εμείς
αναπτύξαμε
εσείς
αναπτύξατε
αυτοί
ανάπτυξαν
Будущее
εγώ
θα αναπτύξω
εσύ
θα αναπτύξεις
αυτός
θα αναπτύξει
εμείς
θα αναπτύξουμε
εσείς
θα αναπτύξετε
αυτοί
θα αναπτύξουν

Примеры

Η χώρα αναπτύσσει τις υποδομές της.
Страна развивает свою инфраструктуру. · The country is developing its infrastructure.
Ανάπτυξαν νέα προϊόντα για την αγορά.
Они разработали новые продукты для рынка. · They developed new products for the market.
Θα αναπτύξουμε τη συνεργασία μας στο μέλλον.
Мы будем развивать нашу сотрудничество в будущем. · We will expand our collaboration in the future.
Ο ομιλητής ανάπτυξε διεξοδικά την άποψή του.
Оратор подробно изложил своё мнение. · The speaker set forth his opinion in detail.