αναπτήρας
[anaptˈiras]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
зажигалка
lighter · για να ανάψεις τσιγάρο — чтобы зажечь сигарету
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αναπτήρας
вин.
τον αναπτήρα
род.
του αναπτήρα
зват.
αναπτήρα
Мн. ч.
им.
οι αναπτήρες
вин.
τους αναπτήρες
род.
των αναπτήρων
зват.
αναπτήρες
Примеры
Έχεις έναν αναπτήρα;
У тебя есть зажигалка? · Do you have a lighter?
Το αναπτήρα μου δεν λειτουργεί.
Моя зажигалка не работает. · My lighter doesn't work.
Ο αναπτήρας είναι πάνω στο τραπέζι.
Зажигалка лежит на столе. · The lighter is on the table.
Χρειάζομαι ένα νέο αναπτήρα.
Мне нужна новая зажигалка. · I need a new lighter.