αναποδογυρίζω
[anapoðoʝiˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
переворачивать вверх дном, переворачивать с ног на голову
to turn upside down, to flip over · αναποδογυρίζω ένα ποτήρι — переворачиваю стакан вверх дном
2
приводить в беспорядок, переворачивать всё вверх тормашками
to turn everything upside down, to throw into disarray · αναποδογυρίζω το σπίτι — переворачиваю дом вверх дном
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αναποδογυρίζω
εσύ
αναποδογυρίζεις
αυτός
αναποδογυρίζει
εμείς
αναποδογυρίζουμε
εσείς
αναποδογυρίζετε
αυτοί
αναποδογυρίζουν
Аорист
εγώ
αναποδογύρισα
εσύ
αναποδογύρισες
αυτός
αναποδογύρισε
εμείς
αναποδογυρίσαμε
εσείς
αναποδογυρίσατε
αυτοί
αναποδογύρισαν
Будущее
εγώ
θα αναποδογυρίσω
εσύ
θα αναποδογυρίσεις
αυτός
θα αναποδογυρίσει
εμείς
θα αναποδογυρίσουμε
εσείς
θα αναποδογυρίσετε
αυτοί
θα αναποδογυρίσουν
Примеры
Αναποδογύρισα το ποτήρι για να στεγνώσει.
Я перевернул стакан вверх дном, чтобы он высох. · I turned the glass upside down to dry it.
Όταν έρχονται τα παιδιά, αναποδογυρίζουν το σπίτι.
Когда приходят дети, они переворачивают дом вверх дном. · When the children come, they turn the house upside down.
Αναποδογύρισε το μαξιλάρι στο άλλο πλευρό.
Она перевернула подушку на другую сторону. · She flipped the pillow to the other side.
Θα αναποδογυρίσουμε ολόκληρο το κτίριο για την ανακαίνιση.
Мы полностью перевернём здание при ремонте. · We'll completely turn the building upside down during the renovation.