Греческий словарь
с грамматикой

αναπνέω

[anapˈneo]глаголA1

Значения

1
дышать
to breathe · βαθιά αναπνοή — глубокое дыхание
2
облегчиться, передохнуть
to get relief, to have a breather · αναπνέω ελαφρά — облегчённо дышать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναπνέω
εσύ
αναπνέεις
αυτός
αναπνέει
εμείς
αναπνέουμε
εσείς
αναπνέετε
αυτοί
αναπνέουν
Аорист
εγώ
ανάπνευσα
εσύ
ανάπνευσες
αυτός
ανάπνευσε
εμείς
ανάπνευσαμε
εσείς
ανάπνευσατε
αυτοί
ανάπνευσαν
Будущее
εγώ
θα αναπνέω
εσύ
θα αναπνέεις
αυτός
θα αναπνέει
εμείς
θα αναπνέουμε
εσείς
θα αναπνέετε
αυτοί
θα αναπνέουν

Примеры

Η γιατρός είπε να αναπνέω βαθιά.
Врач сказала дышать глубоко. · The doctor told me to breathe deeply.
Μετά την προσπάθεια, τέλος πάντων αναπνέω κανονικά.
После напряжения я наконец дышу нормально. · After the effort, I'm finally breathing normally.
Όταν ανάπνευσε το φρέσκο αέρα, ηρέμησε.
Когда она вдохнула свежий воздух, она успокоилась. · When she breathed in the fresh air, she calmed down.
Αναπνέετε με το στόμα ή με τη μύτη;
Вы дышите ртом или носом? · Do you breathe through your mouth or nose?