Греческий словарь
с грамматикой

αναπαύω

[anpaˈfo]глаголB1

Значения

1
дать отдохнуть, позволить отдохнуть
to let rest, to give rest to · αναπαύω τον φίλο μου — даю отдохнуть моему другу
2
утешать, облегчать
to comfort, to ease · αναπαύω τη θλίψη — облегчаю печаль

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναπαύω
εσύ
αναπαύεις
αυτός
αναπαύει
εμείς
αναπαύουμε
εσείς
αναπαύετε
αυτοί
αναπαύουν
Аорист
εγώ
ανάπαυσα
εσύ
ανάπαυσες
αυτός
ανάπαυσε
εμείς
αναπάυσαμε
εσείς
αναπάυσατε
αυτοί
ανάπαυσαν
Будущее
εγώ
θα αναπαύσω
εσύ
θα αναπαύσεις
αυτός
θα αναπαύσει
εμείς
θα αναπαύσουμε
εσείς
θα αναπαύσετε
αυτοί
θα αναπαύσουν

Примеры

Ο καθηγητής αναπαύει τους μαθητές με ένα διάλειμμα.
Учитель дает ученикам отдохнуть с помощью перерыва. · The teacher gives the students a break to rest.
Αναπάυσε τη θλίψη της με καλά λόγια.
Он утешил её горе добрыми словами. · He eased her sorrow with kind words.
Θα αναπαύσουν οι εργάτες μετά τη δουλειά.
Рабочие отдохнут после работы. · The workers will rest after work.