Греческий словарь
с грамматикой

αναπαριστώ

[anaparisˈto]глаголC1

Значения

1
воссоздавать, представлять вновь; пересчитывать, перечислять
to re-present, to recreate; to recount, to enumerate again · αναπαριστώ τα γεγονότα — воссоздаю события
2
изображать, представлять на сцене
to depict, to portray, to stage · αναπαριστώ έναν ρόλο — играю роль

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναπαριστώ
εσύ
αναπαριστάς
αυτός
αναπαριστά
εμείς
αναπαριστούμε
εσείς
αναπαριστάτε
αυτοί
αναπαριστούν
Аорист
εγώ
αναπαρέστησα
εσύ
αναπαρέστησες
αυτός
αναπαρέστησε
εμείς
αναπαρεστήσαμε
εσείς
αναπαρεστήσατε
αυτοί
αναπαρέστησαν
Будущее
εγώ
θα αναπαραστήσω
εσύ
θα αναπαραστήσεις
αυτός
θα αναπαραστήσει
εμείς
θα αναπαραστήσουμε
εσείς
θα αναπαραστήσετε
αυτοί
θα αναπαραστήσουν

Примеры

Οι ηθοποιοί αναπαρέστησαν τη θεατρική σκηνή με ακρίβεια.
Актёры воссоздали театральную сцену с точностью. · The actors recreated the theatrical scene with precision.
Αναπαριστώ τα δεδομένα σε μορφή διαγράμματος.
Я представляю данные в виде диаграммы. · I present the data in the form of a diagram.
Θα αναπαραστήσει ένα κλασικό έργο στη σκηνή.
Она будет играть классическое произведение на сцене. · She will perform a classic work on stage.