Греческий словарь
с грамматикой

αναπαραγωγικός

[anapa̱raˈɣɔθikɔs]прилагательноеC1

Значения

1
репродуктивный, относящийся к воспроизведению потомства
reproductive, relating to reproduction · αναπαραγωγικό σύστημα — репродуктивная система
2
воспроизводящий, способный к размножению
capable of reproducing · αναπαραγωγική ικανότητα — способность к размножению

Грамматика

мужской род
им.
αναπαραγωγικός
вин.
αναπαραγωγικό
род.
αναπαραγωγικού
зват.
αναπαραγωγικέ
женский род
им.
αναπαραγωγική
вин.
αναπαραγωγική
род.
αναπαραγωγικής
зват.
αναπαραγωγική
средний род
им.
αναπαραγωγικό
вин.
αναπαραγωγικό
род.
αναπαραγωγικού
зват.
αναπαραγωγικό

Примеры

Το αναπαραγωγικό σύστημα είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχεια του είδους.
Репродуктивная система имеет жизненно важное значение для продолжения вида. · The reproductive system is vital for the continuation of the species.
Οι αναπαραγωγικές ορμόνες ελέγχουν πολλές φυσιολογικές λειτουργίες.
Репродуктивные гормоны контролируют множество физиологических функций. · Reproductive hormones control many physiological functions.
Η αναπαραγωγική υγεία είναι σημαντικό κομμάτι της συνολικής ευεξίας.
Репродуктивное здоровье — важная часть общего благополучия. · Reproductive health is an important aspect of overall wellbeing.