αναπαραγωγή
[anapa̱raˈɣoʝi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
воспроизведение, репродукция
reproduction, playback · αναπαραγωγή μουσικής — воспроизведение музыки
2
размножение, репродукция (биологическое)
reproduction (biological) · αναπαραγωγή των φυτών — размножение растений
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναπαραγωγή
вин.
την αναπαραγωγή
род.
της αναπαραγωγής
зват.
αναπαραγωγή
Мн. ч.
им.
οι αναπαραγωγές
вин.
τις αναπαραγωγές
род.
των αναπαραγωγών
зват.
αναπαραγωγές
Примеры
Η αναπαραγωγή του βίντεο είναι εξαιρετική.
Воспроизведение видео исключительно хорошее. · The video playback is excellent.
Η σεξουαλική αναπαραγωγή είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ζώων.
Половое размножение — главная особенность животных. · Sexual reproduction is a key feature of animals.
Θέλουμε να βελτιώσουμε την αναπαραγωγή του ήχου.
Мы хотим улучшить качество воспроизведения звука. · We want to improve sound reproduction.