αναμφισβήτητος
[anamfiˈsbiti adverbial form]наречиеC1
Значения
1
несомненно, без сомнения, неоспоримо
undoubtedly, indisputably, unquestionably · αναμφισβήτητος γεγονός — неоспоримый факт
Примеры
Αυτό είναι αναμφισβήτητος η καλύτερη απόφαση.
Это, несомненно, лучшее решение. · This is undoubtedly the best decision.
Η ταλέντο του είναι αναμφισβήτητος.
Его талант не подлежит сомнению. · His talent is indisputable.
Αναμφισβήτητος, έχει δίκιο σε αυτό το θέμα.
Несомненно, он прав по этому вопросу. · Unquestionably, he is right on this matter.