αναμφίβολος
[anamˈfiβolos]прилагательноеB2
Значения
1
несомненный, безусловный, неоспоримый
indubitable, unquestionable, unambiguous · αναμφίβολη απόδειξη — неоспоримое доказательство
2
ясный, очевидный, явный
evident, obvious, manifest · αναμφίβολη αλήθεια — явная истина
Грамматика
мужской род
им.
αναμφίβολος
вин.
αναμφίβολο
род.
αναμφίβολου
зват.
αναμφίβολε
женский род
им.
αναμφίβολη
вин.
αναμφίβολη
род.
αναμφίβολης
зват.
αναμφίβολη
средний род
им.
αναμφίβολο
вин.
αναμφίβολο
род.
αναμφίβολου
зват.
αναμφίβολο
Примеры
Αυτό είναι αναμφίβολο γεγονός του ιστορίας.
Это неоспоримый исторический факт. · This is an indisputable historical fact.
Η αναμφίβολη επιστημονική απόδειξη πείθει όλους.
Несомненное научное доказательство убеждает всех. · The unquestionable scientific proof convinces everyone.
Με αναμφίβολη σαφήνεια, εξήγησε το πρόβλημα.
Он ясно и безусловно объяснил проблему. · He explained the problem with unambiguous clarity.
Τα αναμφίβολα στοιχεία ήταν καθοριστικά για την υπόθεση.
Неоспоримые улики были решающими для дела. · The indubitable evidence was decisive for the case.