αναμορφώνω
[anamoˈrfono]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
переформировать, перестроить (систему, организацию)
to reshape, restructure, reform (a system, organization) · αναμορφώνω το εκπαιδευτικό σύστημα — перестраиваю образовательную систему
2
перевоспитать, исправить нравственно
to reform morally, rehabilitate (a person) · αναμορφώνω έναν εγκληματία — перевоспитываю преступника
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αναμορφώνω
εσύ
αναμορφώνεις
αυτός
αναμορφώνει
εμείς
αναμορφώνουμε
εσείς
αναμορφώνετε
αυτοί
αναμορφώνουν
Аорист
εγώ
αναμόρφωσα
εσύ
αναμόρφωσες
αυτός
αναμόρφωσε
εμείς
αναμορφώσαμε
εσείς
αναμορφώσατε
αυτοί
αναμόρφωσαν
Будущее
εγώ
θα αναμορφώσω
εσύ
θα αναμορφώσεις
αυτός
θα αναμορφώσει
εμείς
θα αναμορφώσουμε
εσείς
θα αναμορφώσετε
αυτοί
θα αναμορφώσουν
Примеры
Η κυβέρνηση αναμορφώνει το δικαστικό σύστημα.
Правительство переформирует судебную систему. · The government is restructuring the judicial system.
Θέλουν να αναμορφώσουν τις φυλακές.
Они хотят перестроить тюремную систему. · They want to reform the prison system.
Αναμόρφωσε πολλούς νέους μέσω της εκπαίδευσης.
Он перевоспитал многих молодых людей через образование. · He reformed many young people through education.