αναμορφωτήριο
[anamorfotiˈrio]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
исправительное учреждение, место содержания несовершеннолетних правонарушителей
reform school, reformatory, juvenile detention facility · ίδρυμα για ανήλικους — учреждение для несовершеннолетних
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αναμορφωτήριο
вин.
το αναμορφωτήριο
род.
του αναμορφωτηρίου
зват.
αναμορφωτήριο
Мн. ч.
им.
τα αναμορφωτήρια
вин.
τα αναμορφωτήρια
род.
των αναμορφωτηρίων
зват.
αναμορφωτήρια
Примеры
Ο έφηβος αποστάλη στο αναμορφωτήριο για ένα χρόνο.
Подросток был отправлен в исправительное учреждение на один год. · The teenager was sent to a reform school for one year.
Τα αναμορφωτήρια προσφέρουν εκπαίδευση και θεραπευτικές υπηρεσίες.
Исправительные учреждения предоставляют образование и терапевтические услуги. · Reformatories provide education and therapeutic services.
Στο αναμορφωτήριό του δίδαξε επαγγέλματα και κανόνες κοινωνικής ζωής.
В исправительном учреждении его обучили профессиям и правилам общественной жизни. · At the reformatory he learned trades and social conduct.