αναμνηστικός
[anamniˈstikos]прилагательноеB1
Значения
1
памятный, сувенирный (предназначенный для напоминания о чём-либо)
commemorative, memorial (intended to be a reminder of something) · αναμνηστικό νόμισμα — памятная монета
2
мемориальный, связанный с воспоминанием
reminiscent, related to memory or recollection · αναμνηστική εκδήλωση — мемориальное мероприятие
Грамматика
мужской род
им.
αναμνηστικός
вин.
αναμνηστικό
род.
αναμνηστικού
зват.
αναμνηστικέ
женский род
им.
αναμνηστική
вин.
αναμνηστική
род.
αναμνηστικής
зват.
αναμνηστική
средний род
им.
αναμνηστικό
вин.
αναμνηστικό
род.
αναμνηστικού
зват.
αναμνηστικό
Примеры
Το αναμνηστικό σήμα περιέχει την ημερομηνία του γεγονότος.
Памятный знак содержит дату события. · The commemorative badge contains the date of the event.
Οι αναμνηστικές τελετές πραγματοποιούνται κάθε χρόνο.
Мемориальные церемонии проводятся ежегодно. · The memorial ceremonies are held every year.
Αγόρασα αναμνηστικά αντικείμενα από την επίσκεψή μου.
Я купил сувениры из моего визита. · I bought commemorative items from my visit.
Η αναμνηστική πλάκα τοποθετήθηκε στο κτίριο.
Памятная доска была установлена на здании. · The memorial plaque was placed on the building.