αναμιμνήσκω
[anamiˈmnisko]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
напоминать, вызывать в памяти
to remind, to bring to mind · αναμιμνήσκω κάποιον κάτι — напоминать кому-то о чём-то
2
вспоминать, припоминать
to recall, to recollect · αναμιμνήσκομαι τα παλιά — вспоминать старые времена
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αναμιμνήσκω
εσύ
αναμιμνήσκεις
αυτός
αναμιμνήσκει
εμείς
αναμιμνήσκουμε
εσείς
αναμιμνήσκετε
αυτοί
αναμιμνήσκουν
Аорист
εγώ
ανέμνησα
εσύ
ανέμνησες
αυτός
ανέμνησε
εμείς
ανεμνήσαμε
εσείς
ανεμνήσατε
αυτοί
ανέμνησαν
Будущее
εγώ
θα αναμνήσω
εσύ
θα αναμνήσεις
αυτός
θα αναμνήσει
εμείς
θα αναμνήσουμε
εσείς
θα αναμνήσετε
αυτοί
θα αναμνήσουν
Примеры
Του ανέμνησα το υπόσχεσή του χθες.
Вчера я напомнил ему о его обещании. · Yesterday I reminded him of his promise.
Αναμιμνίσκομαι εκείνες τις ημέρες με νοσταλγία.
Я вспоминаю те дни с тоской. · I recall those days with longing.
Θα αναμνήσει τα παιδιά για τα μαθήματα.
Она напомнит детям про уроки. · She will remind the children about their lessons.