αναμιγνύω
[anamiˈɣnio]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
смешивать, перемешивать
to mix, to mingle · αναμίγνυε το χρώμα με το νερό — смешивал цвет с водой
2
вовлекать, втягивать (в дело, конфликт)
to involve, to embroil · αναμίγνυε τον φίλο στη διαμάχη — втянул друга в ссору
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αναμιγνύω
εσύ
αναμιγνύεις
αυτός
αναμιγνύει
εμείς
αναμιγνύουμε
εσείς
αναμιγνύετε
αυτοί
αναμιγνύουν
Аорист
εγώ
ανάμειξα
εσύ
ανάμειξες
αυτός
ανάμειξε
εμείς
αναμείξαμε
εσείς
αναμείξατε
αυτοί
ανάμειξαν
Будущее
εγώ
θα αναμείξω
εσύ
θα αναμείξεις
αυτός
θα αναμείξει
εμείς
θα αναμείξουμε
εσείς
θα αναμείξετε
αυτοί
θα αναμείξουν
Примеры
Αναμίγνυε τα υλικά σε ένα μπολ.
Она смешивала ингредиенты в чаше. · She mixed the ingredients in a bowl.
Δεν θέλω να αναμειχθώ σε αυτήν την υπόθεση.
Я не хочу быть вовлечен в это дело. · I don't want to be involved in this matter.
Ανάμειξε τον αδερφό του στο σχέδιό της.
Она втянула своего брата в свой план. · She embroiled her brother in her plan.
Τα χρώματα έχουν ανάμειξει τέλεια.
Цвета смешались идеально. · The colours have mixed perfectly.